Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Λίγα λόγια για τον τραυλισμό

Ο τραυλισμός είναι η διαταραχή στην ροή της ομιλίας που έχει τις ρίζες της, τις περισσότερες φορές, στην πρώτη παιδική ηλικία των 3-4 ετών. Στην αρχή μπορεί να είναι δικαιολογημένος/φυσιολογικός γιατί σε αυτήν την ηλικία οι ομιλητικές δυνατότητες δεν συμβαδίζουν με το ρυθμό της σκέψης.
Το πέρασμα από το φυσιολογικό στο παθολογικό τραυλισμό είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κάποιος για αυτό είναι απαραίτητη η παραπομπή του παιδιού σε ειδικό.
Σε κάθε περίπτωση η επίμπονη επέμβαση των γονέων ή των παιδαγωγών στην ομιλία του παιδιού επιδεινώνει και εδραιώνει τον τραυλισμό.
Η αντιστοιχία των παιδιών του τραυλίζουν είναι 4:1 αγόρια/κορίτσια. Από την αλλη μεριά όμως τα αποτελέσματα της λογοθεραπείας στα αγόρια είναι πολύ καλύτερα από ότι στα κορίτσια.

Σε γενικές γραμμές τρία είναι τα είδη του τραιλισμού:
  1. Κλονικός τραυλισμός: το παιδί επαναλαμβάνει πολλές φορές την αρχική συλλαβή της λέξης ή ακόμα και ολόκληρη την λέξη της πρότασης. π.χ. θε-θε-θε-θέλω να πάω σπίτι.
  2. Τονικός τραυλισμός:  το παιδί "μπλοκάρεται" στην κυριολεξία και δεν μπορεί να αρχίσει να μιλάει παρά της προσπάθειες που καταβάλει. Συνήθως συνοδεύεται με κινήσεις-συσπάσεις των μυών του προσώπου, των χειλιών και του λαιμού.
  3. Μεικτός τραυλισμός: εδώ συυπάρχουν τα φαινόμενα τόσο του κλονικού όσο και του τονικού τραυλισμού.
Παιδιά που έχουν καθυστερήσει να αναπτύξουν λόγο έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τραυλισμό.
Συχνό είναι το φαινόμενο τα παιδιά με τραυλισμό να παρουσιάζουν φωνολογική καθυστέρηση ή δυσκολίες στην άρθρωση.
Εκδηλώνεται συχνότερα σε λέξεις που ξεκινούν με σύμφωνο, λόγω μεγαλύτερης μυικής έντασης των συμφώνων και της αυξημένης συχνότητας στις λέξεις.
Καταστάσεις που είναι πιεστικές αυξάνουν τον τραυλισμό, ενώ η φυσιολογική εκφόρτηση συναισθημάτων τον μειώνει.
 Ακόμα ένα σύμπτωμα στην ομιλία των ατόμων που τραυλίζουν είναι η εμβολοφρασία, "μπαλώματα ομιλίας" (π.χ. να, και, χμμμ, εεε) καθώς και η διαταραγμένη αναπνοή.

Οι αιτίες του τραυλισμού:
  1. Συνδυασμός φυσιολογίας (ασταθές νευρικό σύστημα) και ψυχολογίας
  2. Ελλιπής δυνατότητες ομιλίας
  3. Μίμηση
  4. Στρες (ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες)
  5. Ανωμαλίες σε περιοχές του εγκεφάλου
  6. Οργανική βλάβη που εμφανίζεται με την γέννηση
  7. Κληρονομικότητα
Η θεραπεία καλό είναι να ξεκινάει το συντομότερο δυνατό. Έρευνες επανειλημμένα δείχνουν ότι η πρώιμη παρέμβαση αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά επιτυχίας στα παιδιά που χρειάζονται θεραπεία. Επιπλέον, μειώνει σημαντικά το χρόνο αποκατάστασης.


Τζιλέρογλου Καλλιόπη Λογοθεραπεύτρια MSc
Ειδικευμένη στις Επικοινωνιακές Διαταραχές κατά την Ανάπτυξη 

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Εφικτή η ανίχνευση του αυτισμού από τους 6 μήνες ζωής

Ενδείξεις ότι η διαταραχή του αυτισμού είναι δυνατό να διαγνωστεί πολύ νωρίτερα από ό,τι πίστευαν ως τώρα οι επιστήμονες, παρέχει μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα, που διαπίστωσε ότι υπάρχουν αισθητές διαφορές στα εγκεφαλικά κύματα των αυτιστικών μωρών ήδη από την ηλικία των έξι μηνών.
Το κλειδί φαίνεται πως βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο τα μωρά κοιτάζουν τα μάτια των ανθρώπων γύρω τους και στο πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους. Μέχρι τώρα, οι επιστήμονες βάσιζαν τη διάγνωσή τους περί αυτισμού σε συμπτώματα της συμπεριφοράς, που όμως συνήθως εκδηλώνονται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο έτος ζωής του παιδιού. Η προοπτική πιο πρόωρης διάγνωσης, πριν καν την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων, προσφέρει ελπίδες για μια πιο αποτελεσματική -ίσως ακόμα και πλήρη θεραπεία- στο μέλλον.

Περίπου ένα στα 100 παιδιά, κυρίως αγόρια παρά κορίτσια, εμφανίζει συμπτώματα που ανήκουν στο ευρύτερο φάσμα της διαταραχής του αυτισμού, για την οποία δεν υπάρχει ακόμα καμία θεραπεία, αν και διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις μπορούν να βοηθήσουν.

Οι ερευνητές από τη Βρετανία, τον Καναδά και την Αυστραλία, με επικεφαλής τον καθηγητή Μαρκ Τζόνσον του Κολλεγίου Μπίρκμπεκ του πανεπιστημίου του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογίας «Current Biology», μελέτησαν τις περιπτώσεις 104 παιδιών ηλικίας έξι έως δέκα μηνών, από τα οποία τα μισά θεωρούνταν ότι κινδύνευαν με αυτισμό, επειδή είχαν μεγαλύτερο αδελφό με τη νόσο. Ο έλεγχος έγινε ξανά στην ηλικία των τριών ετών, ηλικία στην οποία συνήθως έχουν πλέον εκδηλωθεί τα πρώτα αυτιστικά συμπτώματα.

Τα παιδιά με αυτισμό συχνά δυσκολεύονται να κοιτάξουν στα μάτια κάποιον, έτσι οι επιστήμονες έδειξαν στα νήπια εικόνες προσώπων, τα οποία εναλλάξ είτε κοίταζαν στα μάτια τα μικρά παιδιά, είτε όχι. Ηλεκτρονικοί αισθητήρες προσαρμοσμένοι στον εγκέφαλο των παιδιών κατέγραφαν τυχόν διαφορές στην εγκεφαλική δραστηριότητά τους, ανάλογα με το είδος των εικόνων που τα παιδάκια έβλεπαν.

Όπως διαπιστώθηκε, τόσο στα παιδιά χαμηλού κινδύνου (που δεν είχαν αυτιστικό αδελφό), όσο και στα παιδιά υψηλού κινδύνου (με αυτιστικό αδελφό), τα οποία όμως δεν ανέπτυξαν τελικά αυτισμό τα επόμενα χρόνια, καταγράφηκε μεγάλη διαφορά στα εγκεφαλικά κύματα ανάλογα με το αν κοιτούσαν στα μάτια το πρόσωπο της εικόνας ή όχι. Αντίθετα, στα παιδιά υψηλού κινδύνου, τα οποία όντως αργότερα εμφάνισαν αυτιστικά συμπτώματα, η διαφορά στα εγκεφαλικά κύματα ήταν πολύ μικρότερη ανάμεσα στα δύο διαφορετικά είδη εικόνων.

Ο Τζόνσον πάντως επισήμανε ότι η μέθοδος διάγνωσης δεν είναι ακόμα 100% αποτελεσματική, καθώς υπήρξαν μωρά που έδειξαν μικρές διαφορές στα εγκεφαλικά κύματά τους, αλλά τελικά δεν ανέπτυξαν αυτισμό. Αντίστροφα, υπήρξαν μωρά με εγκεφαλικά κύματα χαμηλού κινδύνου, που όμως ανέπτυξαν αυτισμό αργότερα.

Συνεπώς το τεστ πρέπει να βελτιωθεί πριν εφαρμοστεί στην πράξη, ενώ θα χρειαστούν και περαιτέρω μελέτες σε μεγαλύτερο δείγμα παιδιών. Ανάμεσα στα συνήθη αυτιστικά συμπτώματα, περιλαμβάνονται οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, η αντίσταση στις αλλαγές στη ρουτίνα, οι έμμονες ιδέες με συγκεκριμένα αντικείμενα ή δραστηριότητες, ο ελλιπής συντονισμός, οι δυσκολίες στον έλεγχο των κινήσεων, η απουσία εκφράσεων στο πρόσωπο, η ανεπαρκής γλώσσα του σώματος, η έλλειψη διαπροσωπικής επαφής με τα μάτια, η τάση απομόνωσης και η δημιουργία λιγοστών φιλικών σχέσεων, η ανικανότητα φαντασίας στο παιγνίδι κ.α.

Το φάσμα των αυτιστικών διαταραχών περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα σοβαρότητας, από τη νοητική καθυστέρηση και τη μεγάλη αδυναμία επικοινωνίας έως πολύ ηπιότερα συμπτώματα, ιδίως σε όσους πάσχουν από το λεγόμενο σύνδρομο Ασπεργκερ.